Τετάρτη 25 Απρίλιος 2018
Find me on Facebook Follow me on Twitter Follow me on Linkedin
EDP LOGO NEW

Raster

articles/raster/raster_anoigma.jpg

Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι το raster αποτελεί τον πυρήνα των γραφικών τεχνών. Είναι αυτό που απαιτεί και προϋποθέτει την ύπαρξη πολλών ενδιάμεσων σταδίων στη ροή παραγωγής μέχρι να φτάσουμε από τον σχεδιασμό στην εκτύπωση. Στο άρθρο ρίχνουμε μία ματιά στα βασικά χαρακτηριστικά του raster αλλά και στις νέες τεχνολογίες που έχουν αναπτυχθεί από διάφορες εταιρείες του κλάδου, με στόχο την καλύτερη-ακριβέστερη απόδοση του πρωτοτύπου.


Τί είναι το raster;

Το raster βασίζεται στο γεγονός ότι το ανθρώπινο μάτι δεν μπορεί να διαχωρίσει, από ορισμένη απόσταση, δύο χρώματα που βρίσκονται δίπλα-δίπλα. Έτσι για να αποδώσουμε έστω ένα τόνο του γκρι, αρκεί να τοποθετήσουμε σε κοντινή απόσταση, μικρά λευκά και μαύρα σημεία, τα οποία το ανθρώπινο μάτι αδυνατεί να δει ως δύο χρώματα. Εάν μάλιστα αυξομειώσουμε τις μαύρες περιοχές σε σχέση με τις λευκές, αυξομειώνουμε ταυτοχρόνως και την αίσθηση που δημιουργείται στον παρατηρητή σχετικά με το πόσο ανοιχτό ή σκούρο είναι το γκρι χρώμα που βλέπει. Αυτή είναι, εν ολίγοις, η βασική αρχή και φιλοσοφία του raster. Αν θέλαμε να δώσουμε έναν ορισμό, θα λέγαμε ότι πρόκειται για το σύνολο των κουκίδων (κυκλικών, ελλειπτικών ή τετράγωνων) που χρησιμοποιούνται στις γραφικές τέχνες (εικ.1).


articles/raster/raster_1.jpg


Το raster δημιουργήθηκε για να λύσει το πρόβλημα της απόδοσης, εκτυπωτικά, των τονικών εικόνων. Αν το πρωτότυπό μας είναι γραμμικό, δηλαδή έχει μόνο επιφάνειες με 100% καλυπτικότητα μελάνης όπως π.χ. τα γράμματα σε μία σελίδα, το raster είναι περιττό. Όταν όμως το πρωτότυπο περιέχει για παράδειγμα σκιές, διαφάνειες ή degrade, επειδή η ποσότητα της μελάνης που τυπώνεται πάνω στο χαρτί είναι πάντα σταθερή ανά μονάδα επιφάνειας, πρέπει η διαφορετική τονικότητα στα διαφορετικά σημεία του θέματος να αποδοθεί με διαφορετικό τρόπο. Τα είδη του raster Δύο είναι οι βασικοί τύποι raster: το AM και το FM. Επί της ουσίας διαφέρουν στον τρόπο με τον οποίο ο κάθε τύπος αποδίδει τους τόνους σε μία εικόνα. Έτσι, το AM έχει τις κουκίδες του παραταγμένες σε σειρές, ενώ το FM σε τυχαία θέση. Επίσης μία ακόμη βασική διαφορά τους είναι ότι ενώ στο AM οι κουκίδες αυξομειώνουν τη διάμετρό τους αλλά κρατούν σταθερή απόσταση μεταξύ των κέντρων τους, στο FM έχουμε σταθερή διάσταση κουκίδας αλλά διαφορετικές κάθε φορά αποστάσεις μεταξύ τους, ανάλογα με το πόσο σκούρα ή φωτεινά είναι τα σημεία της εικόνας μας (εικ. 2).


articles/raster/raster_2.jpg


Επίσης, ο ρόλος του raster είναι να παράγει από τα τέσσερα χρώματα της τετραχρωμίας τα άλλα χρώματα που έχει το θέμα μας. Οι κουκίδες για παράδειγμα του Magenta – μιλάμε πάντα για το ΑΜ – είναι αυτές οι οποίες αλληλεπιδρώντας με τις αντίστοιχες του Yellow θα μας δώσουν το κόκκινο χρώμα. Το πόσο κόκκινο ή πορτοκαλί θα είναι το τελικό αποτέλεσμα εξαρτάται από το αν οι κουκίδες του Magenta χρώματος θα είναι όμοιες σε μέγεθος με αυτές του κίτρινου. Στο ΑM raster, όπως αναφέραμε και παραπάνω, οι κουκίδες βρίσκονται παραταγμένες σε σειρές. Το πόσο κοντά είναι η μία σειρά με τη διπλανή της έχει να κάνει με την ποιότητα του raster ή αλλιώς, με αυτό που ονομάζουμε «χοντρό» ή «λεπτό» raster. Εάν θέλουμε η εικόνα μας να έχει μεγάλη λεπτομέρεια και προορίζεται για περιοδικό ή κάποια πολυτελή έκδοση, τότε θα χρησιμοποιηθεί raster με υψηλό αριθμό γραμμών ανά μονάδα μέτρησης (lpi). Αντιθέτως, αν προορίζεται για εφημερίδα ή π.χ. 64φυλλη αφίσα εξωτερικού χώρου, χρησιμοποιούμε χοντρό raster. Το τί raster θα χρησιμοποιηθεί σε κάθε περίπτωση καθορίζεται, πέρα από τα αισθητικά και τεχνικά κριτήρια (απαίτηση απόδοσης λεπτομέρειας, ποιότητα χαρτιού κ.λπ.), και από την απόσταση παρατήρησης. Η σχέση: απόσταση παρατήρησης και raster, είναι ανάλογες. Μεγάλη απόσταση παρατήρησης επιτρέπει χρήση μεγαλύτερων κουκίδων. Ανάλυση (Resolution): Με τον όρο ανάλυση εννοούμε την ποιότητα των εικόνων που αποτελούνται από pixels. Μία ψηφιακή εικόνα μπορεί να χαρακτηριστεί ως «καλής ποιότητας» όταν δεν είναι εμφανή τα pixels της. Εάν η ποιότητά της είναι χαμηλή, τότε τα pixels της θα φαίνονται δια γυμνού οφθαλμού. Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι η ποιότητα μιας εικόνας εξαρτάται αφενός από τον αριθμό των pixels από τον οποίο αποτελείται, αφετέρου από το μέγεθος αυτών των pixels. Σε ό,τι αφορά την εκτύπωση υψηλής ανάλυσης εικόνων, εκεί η υψηλή ανάλυση καλό θα ήταν να συνδυάζεται και από εκτυπωτική μηχανή και rip τα οποία να υποστηρίζουν την ανάλυση αυτή. Διαφορετικά το rip θα αναγκαστεί να “πετάξει” την περίσσια πληροφορία. Lpi, dpi και συχνότητες raster Ραστεροποίηση (Screening): Οι εικονοθέτες βασίζονται στα ημιτονικά raster όταν παράγουν μία εκτύπωση. Τα raster αυτά μετρούνται, όπως αναφέρθηκε και νωρίτερα, σε γραμμές ανά ίντσα (lines per inch), και η ανάλυση ή η ποιότητα ενός εικονοθέτη ή ενός εκτυπωτή, σε “κουκίδες ανά ίντσα” (dpi, dots per inch). Αν θέλαμε να αναπαραστήσουμε ένα raster, αυτό θα έμοιαζε με ένα πλέγμα. Σε κάθε τετράγωνο του πλέγματος αυτού θα είχαμε ένα ημιτονικό κελί, ικανό να περιέχει μία κουκίδα. Μέχρι εδώ τα πράγματα είναι απλά. Αν όμως θέλουμε με βάση την προηγούμενη παραδοχή να οπτικοποιήσουμε την ανάλυση (dpi) μίας συσκευής εξόδου, πρέπει πάνω στο προηγούμενο πλέγμα να προσθέσουμε ένα ακόμη με πολύ μικρότερα τετράγωνα. Ο αριθμός των “υπο-τετραγώνων” σε ένα κελί υποδηλώνει την ανάλυση της συσκευής σε dpi (εικ. 3).


articles/raster/raster_3.jpg


Ημιτονικές κουκίδες Στην αρχή του άρθρου, στη γενική περιγραφή του raster, είπαμε ότι οι κουκίδες ενός ΑΜ raster μεταβάλουν το μέγεθός τους ανάλογα με το πόσο σκούρα είναι η περιοχή την οποία αποδίδουν. Κάθε μία από αυτές τις κουκίδες αποτελείται από πολλές μικρότερες και κάθε ημιτονικό τετράγωνο του raster αποτελείται από ένα “υπο-πλέγμα” με προκαθορισμένο αριθμό ”υπο-τετραγώνων” τα οποία περιέχουν τις dpi κουκίδες (εικ. 4). Το συμπέρασμα που προκύπτει από τα παραπάνω είναι ότι το πόσο “ομαλή” είναι μία εικόνα εξαρτάται από το μέγεθος των ημιτονικών κελιών, ενώ το μέγεθος της κλίμακας του γκρί (grayscale) εξαρτάται από το πόσες κουκίδες χωρούν σε ένα κελί. Για να βρούμε τον αριθμό των γκρι τόνων που αποδίδει ένα κελί χρησιμοποιούμε την παρακάτω μαθηματική σχέση:
dpi/lpi = α 2 όπου “α” ο αριθμός των τετραγώνων μίας πλευράς ενός κελιού (εικ.5).


articles/raster/raster_45.jpg


AM raster

Γωνίες raster και moiré
Βασική αρχή του ΑΜ ράστερ, όπως είπαμε και νωρίτερα, είναι ότι όσο πιο σκούρο είναι ένα σημείο στην εικόνα μας, τόσο πιο μεγάλη διάμετρο έχουν οι κουκίδες. Επειδή όμως το raster χρησιμοποιείται για να αποδώσει τόνους, οι κουκίδες κάθε χρώματος δεν πρέπει να “πέφτουν” στο ίδιο σημείο του χαρτιού. Έτσι λοιπόν για κάθε χρώμα της τετραχρωμίας έχουν οριστεί διαφορετικές γωνίες. Οι γωνίες για τα διαφορετικά χρώματα πρέπει να έχουν διαφορά τουλάχιστον 15
ο και προκύπτουν από τον οριζόντιο άξονα και τη νοητή ευθεία που σχηματίζουν οι κουκίδες. Έτσι για παράδειγμα έχουμε το Ματζέντα στις 75ο, το Κίτρινο στις 0ο ή στις 90ο, το Κυανό στις 15ο και τέλος το Μαύρο στις 45ο (εικ.6).


articles/raster/raster_6.jpg


Ροζέτα

Αν λοιπόν τυπωθούν και τα τέσσερα χρώματα σε ένα φύλλο χαρτιού, τότε οι κουκίδες δημιουργούν ένα κυκλικό σχήμα, τη λεγόμενη “ροζέτα”. Υπάρχουν δύο βασικοί τύποι ροζέτας: η “ανοιχτή” και η “κλειστή” (εικ. 7).


articles/raster/raster_7.jpg


Στην πρώτη περίπτωση, το κέντρο της ροζέτας παραμένει καθαρό, ενώ στη δεύτερη το κέντρο συμπληρώνεται από μία μαύρη κουκίδα. Στις δύο αυτές παραλλαγές, η “ανοιχτή” έχει καλύτερη συμπεριφορά επειδή εμφανίζει μεγαλύτερες ανοχές στα “τραβήγματα – κουνήματα” κατά την εκτύπωση. Παράλληλα όμως η κλειστή εμφανίζει καλύτερα αποτελέσματα στην αναπαραγωγή σκιών αλλά και σε άλλες περιπτώσεις οι οποίες δεν είναι τις παρούσης να αναλυθούν.


Moiré

To moiré (θόρυβος) είναι ένα σφάλμα, που δημιουργείται όταν τα raster των χρωμάτων δεν έχουν τοποθετηθεί σωστά το ένα πάνω από το άλλο στο μοντάζ ή καλύτερα, όταν η απόσταση μεταξύ των κέντρων των κουκίδων κάθε χρώματος είναι μικρότερη απ’ αυτήν που θα έπρεπε (εικ. 8).


articles/raster/raster_8.jpg


Το ανεπιθύμητο φαινόμενο του moiré έχει άμεση σχέση με τις γωνίες που περιγράψαμε παραπάνω. Αυτός είναι και ο λόγος που οι γωνίες των raster πρέπει να έχουν διαφορά 15ο. Συνήθως υπαίτιο για το moiré είναι το Yellow raster.

FM Raster
Είδαμε νωρίτερα τις διαφορές μεταξύ AM και FM και αναλύσαμε το πρώτο. Να προσθέσουμε σε αυτό το σημείο ότι τα αρχικά ΑΜ προέρχονται από τις λέξεις Amplitude Modulation (Διαμόρφωση κατά πλάτος) ενώ τα αρχικά FM από τον όρο Frequency Modulation (Διαμόρφωση κατά συχνότητα) (εικ.9).


articles/raster/raster_9.jpg


Τα πράγματα λοιπόν, στην περίπτωση του FM ή “τυχαίου” raster, είναι πιο απλά αφού ούτε γωνίες υπάρχουν, ούτε moiré, ούτε ροζέτες. Στο τυχαίο raster επικρατεί η εξής απλή λογική: «Έχω σκούρα περιοχή στην εικόνα μου; Τυπώνω πολλές κουκίδες. Έχω ανοιχτή-φωτεινή περιοχή; Τυπώνω λιγότερες». Απλά πράγματα. Τη λογική αυτή έχουν υιοθετήσει οι εκτυπωτές που έχουμε στα γραφεία μας. Μπορεί τα πράγματα όμως να φαίνονται απλά, αλλά, υπάρχουν σημαντι- κές παράμετροι που δεν καθιστούν τη χρήση τους ιδανική για όλες τις περιπτώσεις εκτυπώσεων. Ας δούμε όμως πρώτα τα πλεονεκτήματα από τη χρήση FM raster. Κατ’ αρχήν, με το FM raster επιτυγχάνεται μεγαλύτερο επίπεδο λεπτομέρειας στην εκτύπωση, ακόμα και στην περίπτωση που χρησιμοποιούμε έναν εκτυπωτή με μέγιστη ικανότητα ανάλυσης στα 600 dpi. Οι κουκίδες FM είναι κατά πολύ μικρότερες από αυτές του AM και μάλιστα φτάνουν ακόμη και στο 1 με 2 % μιας κουκίδας AM. Το χαρακτηριστικό αυτό αποτελεί το μεγαλύτερο πλεονέκτημα σε αυτήν την τεχνολογία. Αν για παράδειγμα μία εικόνα για να αποδοθεί σωστά με κλασικό raster απαιτεί ποιότητα a. Η χρήση FM raster μπορεί να αποδώσει το ίδιο ποιοτικό αποτέλεσμα και με αρχική ποιότητα εικόνας a/2. Τη μισή δηλαδή ανάλυση. Ρεσιτάλ απόδοσης μας δίνει το τυχαίο raster στα φωτεινά σημεία μιας εικόνας επειδή λόγω της δυνατότητας τυχαίας διασποράς κουκίδων καταφέρνουμε να “πιάσουμε” ακόμα και τα πιο αχνά θέματα σε μια εικόνα. Το ερώτημα που ανακύπτει εδώ είναι γιατί αυτή η τεχνολογία δεν χρησιμοποιείται πιο μαζικά στις γραφικές τέχνες. Η απάντηση έρχεται εξετάζοντας τα μειονεκτήματά της. Πρώτο και σημαντικότερο μειονέκτημα είναι το... βασικό πλεονέκτημά της! Δηλαδή το μέγεθος των κουκίδων. Μπορεί σήμερα με την εισαγωγή του CTP να είμαστε σε θέση να “γράφουμε” και την παραμικρή λεπτομέρεια στους τσίγκους, παλαιότερα όμως με τις αναλογικές μεθόδους φωτισμού των τσίγκων από φιλμ, τα πράγματα δεν ήταν έτσι. Υπήρχαν όρια τα οποία δεν μπορούσαν να ξεπεραστούν από τα υλικά και τις μεθόδους απεικόνισης. Έτσι η χρήση τυχαίου raster δεν βρήκε εφαρμογή στην offset πριν τα CTP, γιατί μετά... τα πράγματα άλλαξαν. Θα δούμε όμως παρακάτω με ποιο τρόπο. Έτερο μειονέκτημα είναι η συμπεριφορά του FM raster στους μεσαίους τόνους. Εκεί, η σχέση: απόσταση – μέγεθος, δημιουργεί προβλήματα που έχουν να κάνουν με την ομοιόμορφη απόδοση του θέματος, για παράδειγμα ενός φόντου. Το FM raster σε αυτές τις περιπτώσεις δημιουργεί “νερά” ή (σε μια πιο ελεύθερη μετάφραση) “σκουληκάκια” τα οποία είναι ορατά και μειώνουν κατά κάποιο τρόπο την ποιότητα της εκτύπωσης όταν πρόκειται για μεγάλες επιφάνειες.


Οι νέες τεχνολογίες στην υπηρεσία της ποιότητας

Όπως είδαμε νωρίτερα, οι δύο τεχνολογίες raster έχουν κάθε μία τα θετικά και τα αρνητικά της. Αν όμως αυτές οι δύο τεχνολογίες μπορούσαν να συνδυαστούν και να εκμεταλλευτούμε μόνο τα πλεονεκτήματά τους, αφήνοντας πίσω τις αδυναμίες τους, οι εκτυπώσεις μας θα έπειθαν ακόμη και τον πιο απαιτητικό εξεταστή. Σήμερα αυτό είναι απολύτως εφικτό με τη χρήση CTP και ειδικών λογισμικών. Το όνομα του νέου αυτού τύπου raster 2 σε 1 ποικίλει, ανάλογα με την εταιρεία που εμπορεύεται το λογισμικό. Έτσι η Agfa το ονομάζει XM ή Sublima, η Kodak το βάφτισε Staccato, ενώ η Screen το λανσάρει ως Spekta. Χάριν συντομίας, παρακάτω το ονομάζουμε CM από τα αρχικά Cross Modulation. Η αρχή ενός CM raster είναι απλή και χρησιμοποιεί τα θετικά στοιχεία των άλλων δύο τύπων. Όπως είπαμε το AM τα καταφέρνει μια χαρά στους μεσαίους τόνους και το FM στους λευκούς και μαύρους. Έτσι το CM raster στα λευκά χρησιμοποιεί κουκίδα με τυχαία διασπορά ενώ στους μεσαίους τόνους raster ΑM.


Agfa Sublima

Σε ότι αφορά την τεχνολογία Sublima της Agfa, έχει ενδιαφέρον να δούμε κάποιες ιδιαιτερότητες σε σχέση με τη βασική αρχή ενός CM. Η εταιρεία λανσάρει το προϊόν σε τέσσερις παραλλαγές ανάλογα με τη μέγιστη απόδοση lpi. Έχουμε λοιπόν τα Sublima 210, 240, 280 και 340 lpi! Η μεταβολή από το ένα σύστημα raster στο άλλο, γίνεται με βάση την πυκνότητα του αναπαραγόμενου. Έτσι το Sublima 210 lpi αλλάζει από ΑΜ σε FM στο 3% πυκνότητα, το Sublima 240 lpi στο 4%, το Sublima 280 lpi στο 5.5% ενώ το 340 lpi στο 8%. Τι γίνεται όμως ακριβώς στα όρια μεταβολής από ΑΜ σε FM; Όταν το Sublima βρίσκεται σε AM mode μικραίνει τη διάμετρο της κάθε κουκίδας για να πιάσει τους ανοιχτότερους τόνους. Από κάποιο σημείο και έπειτα όμως η διάσταση της κουκίδας έχει φτάσει στο μικρότερο δυνατό μέγεθός της, πέρα από το οποίο δεν υπάρχει λόγος να μικρύνει άλλο αφού δεν θα μπορεί να την τυπώσει η μηχανή offset. Το minimum μέγεθος της κουκίδας είναι μόλις στα 21 μικρά. Από εκεί και πέρα αναλαμβάνει δράση η τεχνολογία FM κατά την οποία το λογισμικό του Sublima αρχίζει να αφαιρεί σταδιακά διάφορες κουκίδες δημιουργώντας το εφέ ενός FM. (εικ.10)


articles/raster/raster_10.jpg


Έτσι, ενώ στα λευκά θα νόμιζε κανείς ότι έχει χρησιμοποιηθεί τυχαίο raster επί τοις ουσίας μία προσεκτικότερη ματιά αποκαλύπτει ότι εξακολουθούν οι κουκίδες να διατηρούν τη γωνία τους. Απλώς κάποιες κουκίδες έχουν αφαιρεθεί! Η Agfa λοιπόν θα μπορούσαμε να πούμε ότι εφαρμόζει στα λευκά ένα είδος... εικονικού FM.


Kodak Staccato

Αντίθετα με την Agfa, η Kodak δεν επιτρέπει στην τεχνολογία της τη δυνατότητα αυτόματης εναλλαγής από τυχαίο σε ΑΜ raster, αλλά επιτρέπει στο χρήστη να συνδυάσει AM και FM ράστερ σε μία εκτύπωση. Ο τυπογράφος δηλαδή έχει τη δυνατότητα, χρησιμοποιώντας ένα εύχρηστο λογισμικό, να εφαρμόσει την τεχνολογία FM σε συγκεκριμένη εικόνα σε μία σελίδα, ενώ το υπόλοιπο θέμα να τυπωθεί με ΑΜ. Στο Staccato της Kodak, το μέγεθος της παραγόμενης κουκίδας είναι μόλις 20 μικρά και μπορεί να αποδώσει τσίγκους με ανάλυση από 1200 έως και 3200 κουκίδες ανά ίντσα! Κλείνοντας το άρθρο αυτό να πούμε ότι το raster από τη φύση του σαν φιλοσοφία εξαρτάται άμεσα από τις μηχανές εμφάνισης και εκτύπωσης. Μπο- ρεί με το ctp να έχουν γίνει σημαντικά άλματα στη δυνατότητα απεικόνισης λεπτομερειών, μέρα με τη μέρα όμως οι τσίγκοι και τα laser βελτιώνονται ολοένα και περισσότερο αυξάνοντας έτσι τις δυνατότητες παραγωγής. Στόχος άλλωστε δεν είναι μια καλύτερη εκτύπωση αλλά η...τέλεια εκτύπωση.



0 Σχόλια

Δεν υπάρχουν σχόλια.

Θα πρέπει πρώτα να συνδεθείτε για να υποβάλετε σχόλια.